Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση του Κληρονομικού Δικαίου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στον πυρήνα του Αστικού Δικαίου. Το υφιστάμενο πλαίσιο, το οποίο εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να εδράζεται στις αρχές του Αστικού Κώδικα του 1946, καλείται πλέον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες κοινωνικές και οικογενειακές πραγματικότητες: ανασυσταμένες οικογένειες, δεύτεροι γάμοι, τέκνα από διαφορετικές σχέσεις, αυξημένη κινητικότητα περιουσιακών στοιχείων, καθώς και σύνθετες μορφές οικονομικής και οικογενειακής εξάρτησης.

Οι βασικοί άξονες της μεταρρύθμισης φαίνεται να κινούνται προς την ενίσχυση της ιδιωτικής αυτονομίας, την εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας στον κληρονομικό προγραμματισμό και την αποτροπή μελλοντικών συγκρούσεων μεταξύ των κληρονόμων. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ενδεχόμενη καθιέρωση κληρονομικών συμφωνιών, δηλαδή συμφωνιών που αφορούν μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα, τις οποίες το ελληνικό δίκαιο μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη.

Η δυνατότητα ρύθμισης της διαδοχής εκ των προτέρων μπορεί να επιτελέσει προληπτική λειτουργία, ιδίως σε περιπτώσεις που αφορούν οικογενειακές επιχειρήσεις, ακίνητη περιουσία υψηλής αξίας ή κληρονομικές μάζες που είναι δύσκολο να κατανεμηθούν χωρίς συγκρούσεις. Ταυτόχρονα, μπορεί να μειώσει τις περιπτώσεις αναγκαστικής συγκυριότητας μεταξύ προσώπων που δεν διαθέτουν ουσιαστική δυνατότητα συνεργασίας.

Κεντρικό ζήτημα αποτελεί επίσης η μεταρρύθμιση του θεσμού της νόμιμης μοίρας. Παραδοσιακά, ο θεσμός αυτός επιτελεί προστατευτική λειτουργία υπέρ των στενών συγγενών, αποτρέποντας τον πλήρη αποκλεισμό τους από την κληρονομία. Στη σύγχρονη πρακτική, ωστόσο, συχνά οδηγεί σε κατακερματισμό της περιουσίας, δικαστικές διαμάχες και δυσχέρειες στη διαχείριση οικογενειακών ακινήτων ή επιχειρήσεων. Η κρίσιμη ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί έγκειται μεταξύ της ελευθερίας διάθεσης της περιουσίας από τον διαθέτη και της προστασίας των στενών οικογενειακών δεσμών.

Η κοινωνική διάσταση της μεταρρύθμισης είναι εξίσου σημαντική με τη νομική της διάσταση. Το Κληρονομικό Δίκαιο δεν ρυθμίζει απλώς την τύχη της περιουσίας μετά τον θάνατο. Επηρεάζει επίσης σχέσεις εμπιστοσύνης, προσδοκίες φροντίδας, οικογενειακές ισορροπίες και συχνά μακροχρόνιες εντάσεις. Για τον λόγο αυτό, κάθε διεύρυνση της ελευθερίας διάθεσης μέσω διαθήκης πρέπει να συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την προστασία της πραγματικής βούλησης του διαθέτη και την αποτροπή αθέμιτης επιρροής ή καταχρηστικής συμπεριφοράς.

Εφόσον η μεταρρύθμιση ολοκληρωθεί με συστηματικό και συνεκτικό τρόπο, ενδέχεται να μετασχηματίσει το Κληρονομικό Δίκαιο από ένα κατεξοχήν σύστημα μεταθανάτιας διανομής περιουσίας σε ένα εργαλείο προληπτικού οικογενειακού και περιουσιακού σχεδιασμού. Η αξία της δεν θα κριθεί αποκλειστικά από την τεχνική ποιότητα των νέων διατάξεων, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο θα συμβάλει στη μείωση των οικογενειακών συγκρούσεων και στην ενίσχυση της νομικής ασφάλειας.

Η κληρονομική διαδοχή δεν αφορά αποκλειστικά το μέλλον της περιουσίας. Σε μεγάλο βαθμό, αφορά επίσης το μέλλον των οικογενειακών σχέσεων.

Κοινοποίηση