Μια ενδιαφέρουσα απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης σχετικά με την επιβολή πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης σε πρόσωπο που πάσχει από χρόνια σχιζοφρένεια.

Με την υπ’ αριθ. 9719/2026 απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ψυχική νόσος δεν αρκεί από μόνη της για τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας. Απαιτείται να αποδεικνύεται ότι, λόγω της πάθησης, το πρόσωπο αδυνατεί ουσιαστικά να επιμελείται τον εαυτό του και να διαχειρίζεται τις προσωπικές και περιουσιακές του υποθέσεις.

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το ιστορικό επανειλημμένων νοσηλειών, οι ιατρικές γνωματεύσεις, το ποσοστό αναπηρίας, η μη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή και η ανάγκη συνεχούς υποστήριξης για την κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών οδήγησαν στην επιβολή πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην ουσιαστική κρίση χωρίς τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης και χωρίς την υποβολή έκθεσης κοινωνικής υπηρεσίας, θεωρώντας ότι τα ήδη προσκομισθέντα δημόσια και ιατρικά έγγραφα παρείχαν επαρκή και ασφαλή αποδεικτική βάση.

Ως δικαστικός συμπαραστάτης διορίστηκε ο υιός της συμπαραστατέας, ο οποίος είχε ήδη αναλάβει προσωρινά τη φροντίδα της, ενώ συγκροτήθηκε τριμελές εποπτικό συμβούλιο από πρόσωπα του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος.

Η απόφαση υπογραμμίζει ότι η πλήρης στερητική συμπαράσταση αποτελεί έσχατο προστατευτικό μέτρο. Δεν επιβάλλεται εξαιτίας της διάγνωσης καθαυτής, αλλά όταν η ένταση και η διάρκεια της ψυχικής νόσου καθιστούν ανεπαρκή κάθε ηπιότερη μορφή υποστήριξης.

Η δικαστική συμπαράσταση, όταν εφαρμόζεται με αναλογικότητα και επαρκή αποδεικτική τεκμηρίωση, δεν λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού, αλλά ως θεσμός προστασίας της αξιοπρέπειας, της ασφάλειας και των συμφερόντων του πάσχοντος προσώπου.

Κοινοποίηση